snooker

Listen:
 [ˈsnuːkər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
snooker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (sport, game) (άτυπο)μπιλιάρδο ουσ ουδ
  (είδος μπιλιάρδου)σνούκερ ουσ ουδ άκλ
 Join us for a game of snooker on Saturday!
snooker [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK, figurative, slang (lead into a trap) (αργκό)την έχω στημένη σε κπ έκφρ
  παγιδεύω ρ μ
snooker [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, figurative, slang (fool, deceive) (καθομιλουμένη, μτφ)τη φέρνω σε κπ έκφρ
 Jeffrey snookered his younger brother into giving him his lunch money.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
snooker table nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (green-baized billiard surface)τραπέζι του σνούκερ περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'snooker' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση snooker στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'snooker'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fake | sly

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης