soluble

Listen:
 /ˈsɒljʊbəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
soluble adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that dissolves)διαλυτός επίθ
 The powder is not soluble, no matter how hard you try.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'soluble' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση soluble στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'soluble'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: travel | prime

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.