spear

Listen:
 [ˈspɪər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
spear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (weapon)δόρυ ουσ ουδ
  λόγχη ουσ θηλ
  ακόντιο ουσ ουδ
 The tribe use spears to hunt animals.
 Η φυλή χρησιμοποιεί δόρατα για να κυνηγήσουν ζώα.
spear [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pierce with spear)κεντρίζω ρ μ
  (με δόρυ, λόγχη)τρυπάω, τρυπώ ρ μ
  χτυπάω με δόρυ, χτυπάω με λόγχη περίφρ
  πετυχαίνω με δόρυ, πετυχαίνω με λόγχη περίφρ
 The hunter speared his prey.
 Ο κυνηγός πέτυχε τη λεία του με το δόρυ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
spear nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of plant)μίσχος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'spear' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: go spear fishing, a [jousting, hunting, tribal, poisoned] spear, was killed [with, by] a spear, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση spear στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'spear'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: journey | numb

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης