spike

Listen:
 [ˈspaɪk]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
spike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thin, pointed object)ακίδα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)καρφί ουσ ουδ
 The iron railings were topped with spikes. The newspaper editor keeps a spike on his desk to file unused stories.
 Τα σιδερένια κιγκλιδώματα είχαν επάνω τους ακίδες.
 Ο εκδότης της εφημερίδας έχει ένα καρφί πάνω στο γραφείο του για να αρχειοθετεί τα αχρησιμοποίητα ρεπορτάζ.
spike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (numbers, graph)αιχμή ουσ θηλ
  κορυφή ουσ θηλ
  (ανεπίσημο)μύτη ουσ θηλ
 Alice explained that the spike on the graph showed electricity usage just after the end of the televised football match.
 Η Άλις εξήγησε πως η αιχμή στο γράφημα έδειχνε τη χρήση ηλεκτρικού ρεύματος αμέσως μετά το τέλος του ποδοσφαιρικού αγώνα που μεταδόθηκε τηλεοπτικά.
spike viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (peak: numbers, graph)κορυφώνομαι ρ αμ
 Electricity usage spiked just after the match, when the majority of those watching went and put the kettle on.
 Η χρήση ηλεκτρικού κορυφώθηκε αμέσως μετά τον αγώνα όταν η πλειοψηφία όσων τον παρακολουθούσαν πήγαν να ανάψουν την ηλεκτρική τσαγιέρα.
spike [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (add alcohol to)ρίχνω αλκοόλ σε κτ, βάζω αλκοόλ σε κτ περίφρ
 Peter got really drunk when some idiot spiked his drink.
 Ο Πήτερ μέθυσε άσχημα όταν κάποιος ηλίθιος του έριξε αλκοόλ στο ποτό του.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
spike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (on shoe)καρφί ουσ ουδ
 The athlete's shoes had spikes on the soles to provide better grip.
spike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports shoe)spikes ουσ ουδ πλ
  παπούτσια με καρφιά περίφρ
 The athlete wore spikes for better traction.
spike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (botany) (φυτολογία)βοτρυοειδές άνθος περίφρ
spike [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hold with spike)καρφώνω ρ μ
 The bookkeeper spiked the bill.
spike [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (volleyball)καρφώνω ρ μ
spike [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (newspaper story: not run) (για θέμα)δεν παίζω περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
shoe spike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stud on sports footwear) (παπούτσι)τάπα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'spike' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: spike the [drink, road], the [drink] was spiked, her [blood sugar, sugar levels, blood pressure] spiked, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση spike στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'spike'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dear | knack

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης