spotter

Listen:
 /ˈspɒtə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
spotter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (amateur observer of [sth])παρατηρητής, παρατηρήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
spotter,
weather spotter,
storm spotter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] assigned to watch for [sth])παρατηρητής, παρατηρήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
spotter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] employed to remove spots)υπάλληλος καθαριστηρίου φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  (κατά λέξη)υπεύθυνος για την αφαίρεση των λεκέδων
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
trainspotter,
train spotter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (hobbyist: observes trains) (χόμπι)παρατηρητής τρένων περίφρ
trainspotter,
train spotter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, figurative (person obsessed with details)λεπτολόγος, λεπτολόγα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, μτφ)ψείρας, ψείρα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση spotter στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'spotter'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.