squash

Listen:
 [ˈskwɒʃ]


For the noun: squash
Plural form: squashes, squash

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
squash [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (press flat)συνθλίβω ρ μ
  (ανεπίσημο: κάνω πλακέ)λιώνω ρ μ
  (ανεπίσημο)ζουλάω, ζουλώ ρ μ
 Rachel has a device to squash cans before they go in the recycling bin.
 Η Ρέιτσελ έχει ένα μηχάνημα για να ζουλάει τα κουτάκια αλουμινίου πριν μπουν στον κάδο ανακύκλωσης.
squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (racket game)σκουός ουσ ουδ άκλ
 Gavin plays squash every Wednesday.
 Ο Γκάβιν παίζει σκουός κάθε Τετάρτη.
squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vegetable: gourd)κολοκύθα ουσ θηλ
 Squash are normally harvested in the autumn.
 Οι κολοκύθες κανονικά μαζεύονται το φθινόπωρο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (fruit syrup drink)χυμός ουσ αρσ
  (για ποτά)σιρόπι ουσ ουδ
 Tom gave the children glasses of squash.
squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crush in confined space)συνωστισμός ουσ αρσ
  στρίμωγμα ουσ ουδ
  (αργκό)πάστωμα, στριμωξίδι ουσ ουδ
  (καθομ: πράγματα)ζούληγμα ουσ ουδ
 It was a bit of a squash to get six people in the car, but they managed it.
squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant)κολοκύθα ουσ θηλ
squash in,
squash into
vi + prep
(fit into tight space)συνωστίζομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  στριμώχνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (αργκό)παστώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομ: πράγματα)ζουλιέμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The crowd of people squashed into the small room to hear what the politician had to say.
squash vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (opposition, revolt)καταστέλλω, καταπνίγω ρ μ
squash [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (crush, squeeze)συνθλίβω ρ μ
 The large stone fell on Emily's hand, squashing her fingers.
squash [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (humiliate)καταρρακώνω ρ μ
  (μεταφορικά)ισοπεδώνω, συντρίβω ρ μ
  (αργκό, χυδαίο)αφήνω κπ μαλάκα έκφρ
 The teacher squashed the student with a stinging retort.
squash [sth] into [sth] vtr + prep (compress to make fit)στριμώχνω ρ μ
  (ανεπίσημο)ζουλάω, ζουλώ, ζουπάω, ζουπώ ρ μ
 Patrick squashed the clothes into the suitcase.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
acorn squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (type of small pumpkin (Cucurbita pepo))κολοκυθάκι βελανίδι φρ ως ουσ ουδ
Σχόλιο: υποκοριστικό του ουσιαστικού κολοκύθι
 Acorn squash's small cavity makes it suitable for stuffing, while butternut squash is better mashed.
butternut squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marrow-like vegetable)κολοκύθα ουσ θηλ
 We had a delicious butternut squash soup for dinner last night.
 Χθες το βράδυ φάγαμε μια νοστιμότατη σούπα από κολοκύθα για δείπνο.
spaghetti squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marrow-like vegetable)κολοκύθα spaghetti squash περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The flesh of spaghetti squash forms long strands.
squash racket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (long-handled bat used in squash)ρακέτα του σκουός περίφρ
 Squash rackets are smaller and lighter than tennis rackets.
winter squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marrow-like vegetable)κολοκύθι ουσ ουδ
yellow squash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marrow-like vegetable)κίτρινο κολοκύθι φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'squash' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: is a squash player, is her squash partner, squash rackets, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση squash στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'squash'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης