stem

Listen:
 /stɛm/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
stem nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant stalk) (φυτό)βλαστός ουσ αρσ
  στέλεχος ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)κοτσάνι ουσ ουδ
  (δέντρο)κορμός ουσ αρσ
 This flower has a long stem.
 Το λουλούδι έχει μακρύ βλαστό.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το συγκεκριμένο φυτό βγάζει μόνο ένα άνθος ανά στέλεχος.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πρώτα έκοψε λίγο τα κοτσάνια απ' τα τριαντάφυλλα και τα 'βαλε στο βάζο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Τα πρώτα σκάφη φτιάχνονταν από ένα κορμό.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
stem nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bananas: bunch)τσαμπί ουσ ουδ
 How many bananas per stem?
stem nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (watch winding axis)στέλεχος ουσ ουδ
  (ρολόι: τέντωμα ελατηρίου)κουρδιστήρι ουσ ουδ
 The stem is part of the watch winding mechanism.
stem nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wine glass handle) (μεταφορικά)πόδι ουσ ουδ
 The stem of the wine glass was beautifully designed.
stem nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (uninflected word form)θέμα ουσ θηλ
 Attach the suffix to the verb stem to form the past tense.
stem [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (remove stems from) (από κάτι ή με γενική)αφαιρώ το κοτσάνι περίφρ
 Luke stemmed the strawberries before slicing them.
stem [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (staunch: flow of blood)σταματώ ρ μ
  (μειώνω την ένταση)περιορίζω ρ μ
 He put pressure on the cut to try and stem the flow of blood.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
brain stem nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (base of the brain)στέλεχος εγκεφάλου ουσ ουδ
 The brain stem regulates the central nervous system.
stem cell nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (biology: self-renewing cell) (βιολογία)βλαστοκύτταρο ουσ ουδ
 Stem cell research is a controversial topic.
stem from [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (be caused by)προκύπτω, προέρχομαι, απορρέω ρ αμ
 These problems stem from the terrorist attack a few years ago.
 Αυτά τα προβλήματα προέρχονατι από την τρομοκρατική επίθεση πριν μερικά χρόνια.
stem ginger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ginger root in sugar syrup)πάστα τζίντζερ, πάστα πιπερόριζας φρ ως ουσ θηλ
stem the tide of [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (prevent [sth] increasing) (μεταφορικά)ανακόπτω, περιορίζω ρ μ
 The government stepped in to stem the tide of foreclosures.
 Η κυβέρνηση παρενέβη προκειμένου να ανακόψει το κύμα κατασχέσεων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'stem' found in these entries
In the English description:
Collocations: stem the flow (of blood), a [plant, flower, fruit, leaf] stem, stem [cells, cuttings, ends], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stem στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'stem'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.