sting

Listen:
 /stɪŋ/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

Του ρήματος: "to sting"

Απλός αόριστος: stung
Παθητική μετοχή: stung

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
sting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (from insect)τσίμπημα ουσ ουδ
 The bee's sting came as a complete surprise to Susan, who hadn't noticed it crawl inside her shirt.
sting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of pain)τσίμπημα ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)σουβλιά ουσ θηλ
  τσιμπιά ουσ θηλ
 Jason felt a sting on his leg and realised something had hit him.
sting [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (by insect)τσιμπάω, τσιμπώ, κεντρίζω ρ μ
 The wasp stung Maggie on her foot.
sting viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (cause stinging sensation)τσιμπάω, τσιμπώ ρ αμ
 Don't touch that plant, it stings.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
sting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK confidence trick (swindle) (ανεπίσημο)κομπίνα ουσ θηλ
  απάτη ουσ θηλ
sting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (entrapment of criminal)επιχείρηση «κεντρί», επιχείρηση τύπου «κεντρί» φρ ως ουσ θηλ
  (πιο γενικά)παγίδα ουσ θηλ
 The police set up a sting to catch the gang's ringleader.
sting [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (emotionally) (μεταφορικά)πληγώνω, πονάω ρ μ
  (πιο ελαφρύ)πειράζω ρ μ
 Jessica's words stung Dawn.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
stung,
sting
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
(sting: simple past) (αόριστος των: κεντρίζω, τσιμπάω)κέντρισα, τσίμπησα ρ μ
 A wasp stung Harry on his shoulder.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
sting | stung
EnglishGreek
bee sting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (injection of venom by a bee)τσίμπημα μέλισσας περίφρ
 Some people are allergic to bee stings.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'sting' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'sting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ stroke

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης