Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


stopped:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες

stop: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
stopvi (halt) κίνηση, καθομιλουμένησταματάω ρ.αμ.
Note: σταματάω: επίσης: σταματώ (συνηρ.)
The guard ordered them to stop.
Ο φρουρός τους διέταξε να σταματήσουν.
stopvtr (discontinue, cease) σταματώ πράξησταματάω ρ.μετ.
 επίσημοπαύω ρ.μετ.
Note: σταματάω: επίσης: σταματώ (συνηρ.)
Please stop calling me.
Σε παρακαλώ σταμάτα να με φωνάζεις.
* Παύσατε πυρ!
stopvtr (turn off) λειτουργίασταματάω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηκλείνω, σβήνω ρ.μετ.
Note: σταματάω: επίσης: σταματώ (συνηρ.)
Stop the machine before attempting any repairs.
Σταμάτα την μηχανή πριν την επισκευάσεις.
Κλείσε (or: σβήσε) την μηχανή πριν την επισκευάσεις.
stopvi (visit briefly) σύντομη επίσκεψηπερνάω, σταματάω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηπετιέμαι ρ.αμ.
Note: περνάω, σταματάω: επίσης: περνώ, σταματώ (συνηρ.)
A family friend stopped in.
Ένας οικογενειακός φίλος πέρασε (or: σταμάτησε) για λίγο.
Ένας οικογενειακός φίλος πετάχτηκε για λίγο.
stopn (act of stopping) κίνησηστάση ουσ.θηλ.
The car made a stop at the light.
* Το λεωφορείο έκανε στάση για να κατέβουν οι επιβάτες.
stopn (cessation) τυπικόπαύση ουσ.θηλ.
 καθομιλουμένησταμάτημα ουσ.ουδ.
We are calling for a stop to the fighting.
Ζητάμε την παύση των εχθροπραξιών.
Ζητάμε το σταμάτημα των εχθροπραξιών.
stopn (transportation: stop in route) καθομιλουμένηστάση ουσ.θηλ.
The train arrived at its last stop.
Το τρένο έφτασε στην τελευταία του στάση.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "stop".
Σύνθετοι Τύποι:
bus stopn (where bus takes on passengers)στάση λεωοφορείου ουσ.θηλ.
come to a stopv (halt, cease)παύω, σταματάω ρ.αμ.
Note: σταματάω: επίσης: σταματώ (συνηρ.)
dead stopn (complete halt)απόλυτη στάση ουσ.θηλ.
last stopn (transport route: final destination) μεταφορικά μέσα: προορισμόςτέρμα ουσ.ουδ.
put a stop tovtr (end, curtail)σταματώ, τελειώνω, τερματίζω ρ.μετ.
rest stopn (short break in a journey)στάση ουσ.θηλ.
 διάλειμμα ουσ.ουδ.
stop byvi informal (visit in passing)κάνω στάση, κάνω επίσκεψη ρ.μετ.
stop offvi (stay briefly)κάνω ενδιάμεση στάση για λίγο ρ.μετ.
stop over atvtr (stay overnight at)μένω για την νύχτα ρ.αμ.
train stopn (place train scheduled to stop)στάση τρένου ουσ.θηλ.
train stopn (automatically stops trains moving against signal)μοχλός που σταματά το τρένο ουσ.αρ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'stopped' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'stopped'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad