Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:
Recent searches:

Try out WordReference Random Word! Each page load will return a random word from the dictionary. Or test your knowledge and have each page load with the definition hidden!


stopped:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
English synonyms | συμφραζόμενα | εικόνες

stop: WordReference English-Greek Dictionary © 2012

Κύριες Μεταφράσεις
stopvi (halt) κίνηση, καθομιλουμένησταματάω ρ.αμ.
Note: σταματάω: επίσης: σταματώ (συνηρ.)
The guard ordered them to stop.
Ο φρουρός τους διέταξε να σταματήσουν.
stopvtr (discontinue, cease) σταματώ πράξησταματάω ρ.μετ.
 επίσημοπαύω ρ.μετ.
Note: σταματάω: επίσης: σταματώ (συνηρ.)
Please stop calling me.
Σε παρακαλώ σταμάτα να με φωνάζεις.
* Παύσατε πυρ!
stopvtr (turn off) λειτουργίασταματάω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηκλείνω, σβήνω ρ.μετ.
Note: σταματάω: επίσης: σταματώ (συνηρ.)
Stop the machine before attempting any repairs.
Σταμάτα την μηχανή πριν την επισκευάσεις.
Κλείσε (or: σβήσε) την μηχανή πριν την επισκευάσεις.
stopvi (visit briefly) σύντομη επίσκεψηπερνάω, σταματάω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηπετιέμαι ρ.αμ.
Note: περνάω, σταματάω: επίσης: περνώ, σταματώ (συνηρ.)
A family friend stopped in.
Ένας οικογενειακός φίλος πέρασε (or: σταμάτησε) για λίγο.
Ένας οικογενειακός φίλος πετάχτηκε για λίγο.
stopn (act of stopping) κίνησηστάση ουσ.θηλ.
The car made a stop at the light.
* Το λεωφορείο έκανε στάση για να κατέβουν οι επιβάτες.
stopn (cessation) τυπικόπαύση ουσ.θηλ.
 καθομιλουμένησταμάτημα ουσ.ουδ.
We are calling for a stop to the fighting.
Ζητάμε την παύση των εχθροπραξιών.
Ζητάμε το σταμάτημα των εχθροπραξιών.
stopn (transportation: stop in route) καθομιλουμένηστάση ουσ.θηλ.
The train arrived at its last stop.
Το τρένο έφτασε στην τελευταία του στάση.
Report an error

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'stopped' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'stopped'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

See Google Translate's machine translation of 'stopped'.


Let Google and FB know that you like WR!


Android Market iPhone app store


Report an inappropriate ad.

Copyright © 2012 WordReference.com
Please report any problems.