stopwatch

Listen:
 /ˈstɒpˌwɒtʃ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
stopwatch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (timing device)χρονόμετρο ουσ ουδ
 The coach watched his stopwatch as the runner crossed the finish line.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'stopwatch' found in these entries
In the English description:
In Lists: Clocks, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stopwatch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'stopwatch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.