stout

Listen:
 /staʊt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
stout adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (body: bulky)γεμάτος, στρουμπουλός επίθ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)στρόγγυλος επίθ
  παχύς επίθ
  (ευφημισμός)εύσωμος επίθ
 Many people grow stout as they get older.
stout adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (body: strong)εύσωμος, στιβαρός επίθ
  γεροδεμένος μτχ πρκ
 Edward was a stout young man and often helped the older people in his village with any heavy lifting.
stout nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (beer type)μαύρη μπίρα επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)μαύρη επίθ ως ουσ θηλ
  (κατά λέξη: τύπος μπίρας)stout ουσ θηλ άκλ
 Nancy ordered a pint of stout.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stout στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'stout'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: avoid | piss

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.