stove

Listen:
 [ˈstəʊv]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stove nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (appliance: cooker) (συσκευή)φούρνος ουσ αρσ
  κουζίνα ουσ θηλ
  ηλεκτρική κουζίνα επίθ + ουσ θηλ
  (καθομ, μτφ: επιφάνεια)μάτι ουσ ουδ
 Henry put the kettle on the stove to heat the water.
 O Χένρι έβαλε τον βραστήρα στο μάτι για να ζεστάνει το νερό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
camping stove (portable gas cooker)γκαζάκι ουσ ουδ
 Most camping stoves use propane now.
electric stove nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cooker that uses electricity)ηλεκτρική κουζίνα ουσ θηλ
gas stove nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (appliance: cooker)κουζίνα υγραερίου περίφρ
 Gas stoves are far more efficient than electric stoves.
wood stove nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cooker: fuelled by wood)ξυλόφουρνος ουσ αρσ
wood-burning stove nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cooker: fueled by wood)ξυλόσομπα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stove' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: a stove top, stove wood, [a gas, an electric, a wood] stove, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stove στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'stove'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης