struggle

Listen:
 [ˈstrʌgəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
struggle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (difficult endeavour) (μτφ: δύσκολο εγχείρημα)πάλη ουσ θηλ
  αγώνας ουσ αρσ
 The marathon was a struggle for me, but I finished.
 Ο μαραθώνιος ήταν πάλη για μένα, αλλά τερμάτισα.
 Ο μαραθώνιος ήταν αγώνας για μένα, αλλά τερμάτισα.
struggle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attempt to get free) (μτφ: μεγάλη προσπάθεια)αγώνας ουσ αρσ
  μάχη ουσ θηλ
 We watched the fly and his struggle to free himself of the flypaper.
 Παρακολουθούσαμε τη μύγα και τον αγώνα της να ελευθερωθεί από τη μυγοπαγίδα.
struggle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (have difficulty)δυσκολεύομαι ρ αμ
  (ανεπίσημο)ζορίζομαι ρ αμ
  (προσπαθώ με δυσκολία)παλεύω ρ αμ
 I still struggle with driving in the right side of the car.
 Ακόμα το παλεύω με την οδήγηση στη δεξιά πλευρά του δρόμου.
 Ακόμα το παλεύω με την οδήγηση στη δεξιά πλευρά του δρόμου.
struggle to do [sth] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (strive to do [sth])παλεύω, αγωνίζομαι ρ αμ
  προσπαθώ σκληρά ρ αμ + επίρ
 I'm really struggling to get this right because it's important to me.
 Αγωνίζομαι πραγματικά για να το κάνω σωστά, καθώς είναι σημαντικό για μένα.
struggle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (society) (κοινωνία)παλεύω, αγωνίζομαι, μάχομαι ρ αμ
  κάνω αγώνα έκφρ
 The minorities have struggled for equal rights.
 Οι μειονότητες έχουν παλέψει (or: αγωνιστεί) για ίσα δικαιώματα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
struggle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contest, fight) (μεταφορικά)αγώνας ουσ αρσ
 The struggle to pass the immigration law lasted two years.
struggle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (physical: resist, try to get free, etc.)παλεύω, αγωνίζομαι ρ αμ
  προσπαθώ σκληρά ρ αμ + επίρ
 He struggled to escape from the ropes that had tied him down.
struggle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move with difficulty)παλεύω να περάσω περίφρ
  περπατώ με δυσκολία περίφρ
 The farmer struggled across the muddy field.
 Ο αγρότης πάλευε να περάσει το λασπωμένο χωράφι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
class struggle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (struggle over social differences)ταξική πάλη ουσ θηλ
 Marx is not dead, the class struggle is not over; yesterday I saw factory workers demonstrating against the privileges of the rich.
power struggle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fight to take control)μάχη για την εξουσία έκφρ
struggle against vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (try to combat)παλεύω, αγωνίζομαι ρ αμ
struggle for existence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nature: fight for survival)αγώνας για την επιβίωση ουσ αρσ
struggle through vi + adv (endure difficulty)αντέχω ρ μ
struggle through [sth] vi + prep (go through [sth] with difficulty)τα βγάζω πέρα περίφρ
struggle with vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (find difficult)δυσκολεύομαι, πασχίζω, προσπαθώ ρ αμ
 The student struggled with the grammar lesson.
struggle with vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (grapple physically with)παλεύω, αγωνίζομαι ρ αμ
 The wrestler struggled with his opponent.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'struggle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: struggle to [find, make, get, survive, keep, maintain, regain], a [titanic, great, violent, major, mammoth] struggle, struggle to [finish, complete, achieve] , περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση struggle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'struggle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fake | sly

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης