stuff

Listen:
 [ˈstʌf]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (things)πράγματα ουσ ουδ
  (ανεπίσημο)πράματα ουσ ουδ
 What is this stuff over here in the corner?
 Τι είναι αυτά τα πράγματα στη γωνία;
stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (belongings)πράγματα ουσ ουδ πλ
  (ανεπίσημο)πράματα ουσ ουδ πλ
  (επίσημο)υπάρχοντα ουσ ουδ πλ
 My stuff is all in my locker.
 Τα πράγματά μου είναι όλα στο φοριαμό μου.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μάζεψε όλα του τα υπάρχοντα κι έφυγε.
stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (substance) (άγνωστη ουσία)πράγμα ουσ ουδ
  (ανεπίσημο)πράμα ουσ ουδ
 See if you can get that stuff off the car door.
 Δες αν μπορείς να βγάλεις αυτό το πράγμα από την πόρτα του αυτοκινήτου.
stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (unimportant things)πράγματα ουσ ουδ πλ
  πράματα ουσ ουδ πλ
 There is some other stuff in that room.
 Υπάρχουν μερικά άλλα πράγματα σε εκείνο το δωμάτιο.
stuff [sth],
stuff [sth] in [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(cram) (κάτι (σε κάτι))στριμώχνω, χώνω ρ μ
  (το στόμα μου)μπουκώνω ρ μ
 She quickly stuffed all her clothes in her luggage.
 Στρίμωξε (or: έχωσε) στα γρήγορα όλα της τα ρούχα στις βαλίτσες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (things in general)και τέτοια, και άλλα περίφρ
  διάφορα τέτοια, άλλα τέτοια περίφρ
  διάφορα επίθ ως ουσ
  διάφορα πράγματα περίφρ
 Travelling helps you learn about life and stuff. I like talking to Steve about stuff; he's a great listener.
stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (things relating to specific subject) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 You understand all that math stuff; I don't. Oh no, Peter's not going on about car stuff again, is he?
 Εσύ καταλαβαίνεις από μαθηματικά και τα συναφή, εγώ πάλι όχι. Ωχ, όχι! Μη μου πεις ότι ο Πίτερ μιλάει πάλι για αυτοκίνητα.
stuff [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (use as plug)χώνω ρ μ
 He stuffed some rags in the pipe to stop the leak.
stuff [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cast false votes) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 The corrupt politicians stuffed the ballot boxes.
 Οι διεφθαρμένοι πολιτικοί παραποίησαν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
stuff [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cooking: fill with [sth] savoury)γεμίζω ρ μ
  παραγεμίζω ρ μ
 The easiest way to stuff a turkey is to use a spoon.
stuff [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (embalm: animal)βαλσαμώνω ρ μ
  ταριχεύω ρ μ
 After her pet dog died, she had it stuffed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
good stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] of top quality)καλό πράγμα επίθ + ουσ ουδ
  (μεταφορικά)κορυφή ουσ ως επίθ
hard stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative (liquor, alcoholic drink) (αργκό,μεταφορικά)σκληρό ποτό ουσ ουδ
 Some people like beer or wine, but others prefer the hard stuff.
hot stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang ([sth] especially impressive) (αργκό)και ο πρώτος έκφρ
  (αργκό, χυδαίο)γαμάτος επίθ
 This new tablet computer really is hot stuff.
hot stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang ([sb] especially impressive) (αργκό: άντρας)γκόμενος ουσ αρσ
  (αργκό: γυναίκα)γκόμενα, γκομενάρα ουσ θηλ
  (αργκό: και για τα 2 φύλα)μανάρι ουσ ουδ
  (αργκό, μεταφορικά)παιδί ουσ ουδ
 Jacqueline reckons Tony is "hot stuff."
kid stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] intended for children) (καθομιλουμένη)για παιδιά, παιδικός έκφρ
 Checkers is kids stuff, let's play chess!
kid stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] very simple) (καθομιλουμένη)πανεύκολος, για μικρά παιδιά έκφρ
 I could easily do that, it's kids stuff!
know your stuff v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be an expert)είμαι πολύ καλός σε κτ περίφρ
  ξέρω για τι πράγμα μιλάω περίφρ
 My history teacher really knows her stuff. She has an answer for everything!
rough stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (physical violence) (σωματική)βία ουσ θηλ
 We won't tolerate any more rough stuff from you bullies.
stuff up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." UK, AU, slang (mess up)τα θαλασσώνω έκφρ
  τα κάνω θάλασσα έκφρ
 I was trying to make things better, but I only made them worse; I stuffed up.
stuff [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." UK, AU, slang (ruin, mess up)καταστρέφω ρ μ
  χαλάω ρ μ
 This dreadful weather has certainly stuffed our plans for the weekend up.
the good stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] of top quality)το καλό πράγμα φρ ως ουσ ουδ
  το καλό φρ ως ουσ ουδ
the right stuff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (courage)αυτό που χρειάζεται φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stuff' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
mat - ram - shite
Collocations: stuff a [pillow, cushion, toy], [oily, expensive, dangerous, healthy, black] stuff, stuff a [pillow] with, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stuff στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'stuff'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης