suicidal



WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
suicidal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sb]: wishing to die) (άτομο)αυτοκαταστροφικός, αυτοκτονικός επίθ.
 Guards make frequent checks on suicidal prisoners.
suicidal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (thought: of suicide) (σκέψη)αυτοκτονίας ουσ.θηλ.γεν.
 Have you had any suicidal thoughts since you've been here?
 Έχεις κάνει σκέψεις αυτοκτονίας από τότε που είσαι εδώ;
suicidal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (behaviour: dangerous) (συμπεριφορά)αυτοκαταστροφικός επίθ.
 I won't ride with her: her driving's suicidal.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'suicidal' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση suicidal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'suicidal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης