suicidal

Listen:
 /ˌsuːɪˈsaɪdəl/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
suicidal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sb]: wishing to die)αυτοκτονικός επίθ
  με τάσεις αυτοκτονίας περίφρ
 Guards make frequent checks on suicidal prisoners.
suicidal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (thought: of suicide)αυτοκτονικός επίθ
  (σε γενική)αυτοκτονίας ουσ θηλ ως επίθ
 Have you had any suicidal thoughts since you've been here?
 Έχεις κάνει αυτοκτονικές σκέψεις από τότε που είσαι εδώ;
suicidal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (behaviour: dangerous)επικίνδυνος επίθ
  (μεταφορικά)πράξη αυτοκτονίας, κίνηση αυτοκτονίας φρ ως ουσ θηλ
 I won't ride with her: her driving's suicidal.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'suicidal' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση suicidal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'suicidal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης