supervise

Listen:
 /ˈsuːpəˌvaɪz/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
supervise [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (oversee, direct [sth])επιβλέπω, επιτηρώ ρ μ
 Johnathan supervised the construction of the new cafeteria.
supervise [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (manage [sb])επιβλέπω ρ μ
  (με γενική: κάποιου)είμαι ο επιβλέπων ρ έκφρ
 As the department manager, Jessie supervises a team of twelve workers.
supervise [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (watch over, mind [sb])επιβλέπω ρ μ
  προσέχω ρ μ
 Someone ought to supervise the children while they're outside.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'supervise' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση supervise στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'supervise'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: set | steal

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.