supervision

Listen:
 /ˌsuːpəˈvɪʒən/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
supervision nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of watching over)επίβλεψη, επιτήρηση ουσ θηλ
  (επίσημο)εποπτεία ουσ θηλ
 The pupils sat the test under the teacher's supervision.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
supervision nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] to watch over)επίβλεψη, επιτήρηση ουσ θηλ
  (επίσημο)εποπτεία ουσ θηλ
  (το ίδιο το άτομο)επιτηρητής, επιτηρήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (το ίδιο το άτομο)επόπτης, επόπτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 We need supervision for the school dance.
supervision nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (overseeing of performance)επίβλεψη, επιτήρηση ουσ θηλ
  (επίσημο)εποπτεία ουσ θηλ
 Without the project manager's supervision, the construction project would never have been finished on time.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
under supervision advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (being watched or monitored)υπό επιτήρηση, υπό επίβλεψη φρ ως επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'supervision' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση supervision στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'supervision'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: clear | tie

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.