survey

Listen:
 /sɜːˈveɪ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
survey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of opinions) (απόψεων)έρευνα ουσ θηλ
  (απόψεις: πολιτική, εκλογές)δημοσκόπηση ουσ θηλ
  γκάλοπ ουσ ουδ άκλ
 This survey was conducted by phone and asked people's political opinions.
 Αυτή η έρευνα διεξάχθηκε τηλεφωνικά και αφορούσε τις πολιτικές απόψεις των ατόμων.
survey [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (measure for mapping) (χαρτογράφηση)τοπογραφώ ρ μ
  (ζαργκόν ή καθομιλουμένη)μετράω ρ μ
 They surveyed the property to get the map drawn right.
 Τοπογράφησαν την περιοχή για φτιάξουν τον χάρτη σωστά.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
survey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (map)τοπογραφική μελέτη ουσ αρσ
  (πιο απλά)σχέδιο ουσ ουδ
  χάρτης ουσ αρσ
 The survey even shows where the trees are in the area.
survey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (overview)επισκόπηση ουσ θηλ
 The survey of the art market was extremely well done.
survey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of examining a house)επιθεώρηση ουσ θηλ
  έλεγχος ουσ αρσ
 The survey of the house by the inspector lasted for two hours.
survey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (assessment of a house)αξιολόγηση ουσ θηλ
 The inspector had the survey ready two days after the inspection.
survey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (surveying department)τοπογραφική υπηρεσία περίφρ
 We need to hand this matter over to survey now.
survey vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (gather opinions)σφυγμομετρώ ρ μ
  (επίσημη διαδικασία)δημοσκοπώ ρ μ
 He surveyed the group to see where they wanted to go to lunch.
survey vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (examine a house)επιθεωρώ, ελέγχω ρ μ
 We had an inspector come to survey the house.
survey vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (scrutinize)επιθεωρώ ρ μ
  ελέγχω διεξοδικά, εξετάζω διεξοδικά ρ μ + επίρ
 The chess player surveyed the board before making his next move.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
customer satisfaction survey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (questionnaire on consumer experience)έρευνα ικανοποίησης πελατών περίφρ
  έρευνα για το βαθμό ικανοποίησης πελατων περίφρ
OS nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, acronym (Ordnance Survey)Χαρτογραφική Υπηρεσία περίφρ
  επιτελικός χάρτης περίφρ
survey data nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (results of an investigation or poll)στοιχεία έρευνας, αποτελέσματα έρευνας περίφρ
survey research nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (investigative questioning)έρευνα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'survey' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση survey στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'survey'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: funny | dent

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.