swimming

Listen:
 [ˈswɪmɪŋ]


Του ρήματος: "to swim"

Present Participle: swimming

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swimming nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport, contest) (άθλημα)κολύμπι ουσ ουδ
  (επίσημο)κολύμβηση ουσ θηλ
 Swimming is one of my favourite activities.
 Το κολύμπι είναι μία από τις αγαπημένες μου δραστηριότητες.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο ξάδελφός μου ήταν πρωταθλητής κολύμβησης στο ύπτιο.
swimming nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of moving through water) (δραστηριότητα)κολύμπι ουσ ουδ
  (επίσημο)κολύμβηση ουσ θηλ
 Swimming cools the body.
 Με το κολύμπι δροσίζεσαι.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η κολύμβηση γυμνάζει ολόκληρο το σώμα.
swimming nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (swimmer's skill or technique)κολυμπάω, κολυμπώ ρ αμ
  κολύμπι ουσ ουδ
  (μτφ, καθομ, παλαιό)μπάνιο ουσ ουδ
  (ζαργκόν: τεχνική)στυλ ουσ ουδ άκλ
 Her swimming was excellent.
 Κολυμπάει πολύ καλά.
 Ξέρει πολύ καλό κολύμπι.
 Ξέρει πολύ καλό μπάνιο.
 Έχει πολύ καλό στυλ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swimming in [sth] adj + prep figurative (having an abundance of [sth](μεταφορικά)κολυμπάω σε περίφρ
 That guy is swimming in money!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swim viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move through water)κολυμπάω, κολυμπώ ρ αμ
 I swam to the island yesterday.
 Κολυμπήσαμε ως το νησάκι χτες.
swim nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (instance of swimming)κολύμπι ουσ ουδ
 I go for a swim in the lake each morning.
 Κάθε πρωί πάω για κολύμπι στη λίμνη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
swim viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." literary, figurative (glide)γλιστράω, γλιστρώ ρ αμ
 Fred Astaire could just swim across a room.
swim viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (float)επιπλέω ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μτφ)κολυμπάω ρ αμ
 There was a dead bug swimming in my soup.
swim vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cross by swimming)διασχίζω κολυμπώντας περίφρ
  (από ένα σημείο σε άλλο)κολυμπάω, κολυμπώ ρ αμ
 Didn't somebody swim the English Channel last summer?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
go swimming v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (swim as leisure activity)πάω για μπάνιο έκφρ
  πάω για κολύμπι έκφρ
outdoor swimming pool nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (public baths: open-air)εξωτερική πισίνα επίθ + ουσ θηλ
 The outdoor swimming pool in Abingdon is open each summer between May and September.
swim cap (US),
swimming cap,
swimming hat (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(swimmer's waterproof hat)σκουφάκι ουσ ουδ
  (κατά λέξη)σκουφάκι κολύμβησης φρ ως ουσ ουδ
swim coach,
UK: swimming coach
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US ([sb]: trains swimmers)προπονητής, προπονήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (κατά λέξη)προπονητής κολύμβησης, προπονήτρια κολύμβησης φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
swim goggles,
UK: swimming goggles
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
US (glasses worn for swimming)γυαλάκια κολύμβησης φρ ως ουσ ουδ πλ
swim lane (US),
swimming lane (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(area marked off in a pool)διαδρομή ουσ θηλ
swim lesson,
also UK: swimming lesson
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(class in how to swim)μάθημα κολύμβησης φρ ως ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη: ως δραστηριότητα)κολυμβητήριο ουσ ουδ
swim team,
also UK: swimming team
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(competing group of swimmers)ομάδα κολύμβησης φρ ως ουσ θηλ
swim trunks (US),
swimming trunks (UK)
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(men's swimsuit shorts) (αντρικό)μαγιό ουσ ουδ άκλ
 If you forget your swimming trunks, you can wear a pair of shorts.
swimming instructor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who teaches people to swim)εκπαιδευτής κολύμβησης, εκπαιδεύτρια κολύμβησης φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)δάσκαλος κολύμβησης, δασκάλα κολύμβησης φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
swimming pool,
also UK: swimming bath,
swimming baths
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(public pool)πισίνα ουσ θηλ
  (μάθημα κολύμβησης ή αγώνες)κολυμβητήριο ουσ ουδ
 Young children are forbidden to go into the deep end of the swimming pool.
 Τα μικρά παιδιά απαγορεύεται να πηγαίνουν στη βαθιά πλευρά της πισίνας.
swimsuit,
also UK: swimming costume
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(woman's one-piece bathing outfit)μαγιό ουσ ουδ άκλ
 That swimsuit makes you look thinner.
 Αυτό το μαγιό σε κάνει να δείχνεις πιο αδύνατη.
trunks,
swimming trunks,
bathing trunks
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(man's swim shorts) (που μοιάζει με βερμούδα, όχι κοντό)μαγιό ουσ ουδ άκλ
 Robert put on his trunks and went outside to the pool.
 Ο Ρόμπερτ έβαλε το μαγιό του και βγήκε έξω στην πισίνα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
sink or swim v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (fail or succeed)όλα ή τίποτα έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 It's sink or swim with this final exam.
swam,
swim
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
(swim: simple past) (αόριστος του κολυμπάω (επίσης: κολυμπώ, συνηρ.))κολύμπησα ρ αμ
 The kids swam in the lake all afternoon.
swim across [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (river, etc.: traverse by swimming)διασχίζω κολυμπώντας ρ μ + μτχ ενεστ
  (λιγότερη ακρίβεια)διασχίζω ρ μ
swim the crawl,
do the crawl
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(do overarm swimming stroke)κάνω ελεύθερο κολύμπι ρ μ
 During a freestyle swimming race most swimmers choose to swim the crawl.
swim upstream v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (move against the current)κολυμπάω ενάντια στο ρεύμα ρ αμ
 We had to swim upstream to reach the man in distress.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'swimming' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: take [up, to] swimming, swimming [trunks, costume, goggles], [loves, likes, enjoys] swimming, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση swimming στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'swimming'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης