tennis

Listen:
 [ˈtɛnɪs]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tennis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (sport)τένις, τέννις ουσ ουδ άκλ
  (επίσημο)αντισφαίριση ουσ θηλ
 Audrey plays tennis every Saturday.
 Η Όντρεϊ παίζει τένις (or: τέννις) κάθε Σάββατο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lawn tennis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: ballgame played on a grass court) (σπορ)τένις επί χόρτου έκφρ
 Wimbledon is the world's oldest lawn tennis club.
paddle tennis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tennis-like sport played with bats)τένις ουσ ουδ
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 She preferred playing paddle tennis, as it was less exhausting than the larger court used in regular tennis.
table tennis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: ping-pong)πινγκ-πονγκ, πινγκ πονγκ ουσ ουδ άκλ
  (επίσημο)επιτραπέζια αντισφαίριση επίθ + ουσ θηλ
 Good table tennis players have to be very quick on their feet.
 Οι καλοί παίκτες του πινγκ πονγκ πρέπει να έχουν πολύ γρήγορα πόδια.
table tennis player nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sportsman who plays ping-pong)αθλητής πινγκ-πονγκ ουσ αρσ
Σχόλιο: πινγκ-πονγκ: ξενικό, άκλιτο
tennis ball nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rubber ball used in tennis)μπαλάκι του τένις ουσ ουδ
Σχόλιο: τένις: ξενικό, άκλιτο
tennis club nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (association or group for tennis players)λέσχη τένις φρ ως ουσ θηλ
  (επίσημο)όμιλος αντισφαίρισης φρ ως ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται ο αγγλικός όρος.
tennis court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports: ground marked out for tennis)γήπεδο του τένις ουσ ουδ
 The tennis courts at Wimbledon are grass, unlike most others.
 Τα γήπεδα του τένις στο Γουίμπλεντον έχουν γρασίδι σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα.
tennis elbow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (inflammation of the elbow joint)φλεγμονή του αγκώνα, τενοντοθυλακίτιδα ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I never knew you could get tennis elbow even if you don't play tennis.
tennis match nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (game of lawn tennis)αγώνας τένις φρ ως ουσ αρσ
  (επίσημο)αγώνας αντισφαίρισης φρ ως ουσ αρσ
tennis net nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mesh that divides tennis court in half)δίχτυ ουσ αρσ
  (κατά λέξη)δίχτυ τένις, δίχτυ του τένις περίφρ
tennis player nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sportsperson: plays tennis)παίκτης τένις ουσ αρσ
Σχόλιο: τένις: ξενικό, άκλιτο
 The two tennis players spent all afternoon working on their technique.
tennis racket,
tennis racquet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(long-handled bat used in tennis)ρακέτα του τένις ουσ θηλ
Σχόλιο: τένις: ξενικό, άκλιτο
 Most tennis rackets used to be made of wood, but now most are made of aluminum or graphite.
tennis shoes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (sneakers, trainers)παπούτσια για τένις, παπούτσια του τένις περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tennis' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: a tennis [ball, racket, court], is a tennis player, wearing tennis shoes, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tennis στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tennis'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: own | rough

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης