tile

Listen:
 /taɪl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
tile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (square slab for floor or wall)πλακάκι ουσ ουδ
  (επίσημο: τεχνικός όρος)πλακίδιο ουσ ουδ
  (πολύ μικρού μεγέθους)ψηφίδα ουσ θηλ
 Our bathroom has tiles on the wall and the floor.
tile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (square slab for roof)κεραμίδι ουσ ουδ
 William climbed onto the roof to fix a tile that had slipped.
tile [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (floor, wall: cover with tiles)πλακοστρώνω ρ μ
  στρώνω με πλακάκια περίφρ
  (πολύ μικρού μεγέθους)στρώνω με ψηφίδες περίφρ
 Lisa is going to tile her shower cubicle.
tile vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (roof: cover with tiles)στρώνω με κεραμίδια περίφρ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
tile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small square for mosaic)ψηφίδα ουσ θηλ
 The mosaic artist set the tiles in place.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
roof tile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slab for covering a roof)κεραμίδι ουσ ουδ
 He needs to replace some broken roof tiles before it rains.
tile roof nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clay slabs covering top of building)σκεπή με κεραμίδια ουσ θηλ
 Many homes in the southwest imitate the Mediterranean style of tile roofs.
wall tile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (square or slab for covering walls)πλακάκι τοίχου φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'tile' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tile στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tile'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: proud | hurl

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.