till

Listen:
 [ˈtɪl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
till,
'til
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
informal (until: up to a point in time)μέχρι, έως, ως πρόθ
 Harry was so tired, he slept till noon.
 Ο Χάρι ήταν τόσο κουρασμένος που κοιμήθηκε μέχρι το μεσημέρι.
till,
'til
conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that."
informal (until: up to a point in time)μέχρι πρόθ
  ώσπου σύνδ
 I lived in Nigeria till I was nine years old. Karen laughed till she cried.
 Ζούσα στην Νιγηρία μέχρι τα εννέα μου χρόνια. Η Κάρεν γέλασε μέχρι δακρύων.
till,
'til
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
informal (until: before a point in time)πριν από, νωρίτερα από επίρ + πρόθ
  (όχι πριν από)παρά μόνο έκφρ
 The plumber can't come till tomorrow.
 Ο υδραυλικός δεν μπορεί να έρθει νωρίτερα από αύριο.
till,
'til
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
informal (until: as far as a place)μέχρι, έως, ως πρόθ
 We drove till Monterey, then cycled the rest of the way.
 Πήγαμε με το αυτοκίνητο μέχρι το Μοντερέι και μετά κάναμε με το ποδήλατο την υπόλοιπη διαδρομή.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
till nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (cash register)ταμείο ουσ ουδ
  (επίσημο)ταμειακή μηχανή φρ ως ουσ θηλ
 The shop assistant put the money in the till.
till nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (glacial sediment)παγετωνική απόθεση επίθ + ουσ θηλ
till [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (farming: plough)οργώνω ρ μ
 The farmer tilled the soil in the bottom field.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a quarter till,
a quarter 'til (US),
a quarter to (UK)
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(fifteen minutes before)παρά τέταρτο έκφρ
 I'll meet you at a quarter till one... in the afternoon, of course.
from dawn to dusk,
from dawn till dusk
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(all day long)oλημερίς επίρ
till doomsday,
'til doomsday
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
figurative (forever) (μεταφορικά)μέχρι το τέλος του κόσμου, μέχρι να 'ρθει το τέλος του κόσμου έκφρ
  (μεταφορικά)μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία έκφρ
  για πάντα φρ ως επίρ
till kingdom come,
'til kingdom come,
until kingdom come
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
figurative (forever, eternity) (μεταφορικά)για πάντα έκφρ
  μέχρι τη δευτέρα παρουσία έκφρ
  (μεταφορικά)μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία έκφρ
  (μεταφορικά)μέχρι το τέλος του κόσμου, μέχρι να 'ρθει το τέλος του κόσμου έκφρ
 Give her a ring to see if she's on her way, otherwise we could be here till kingdom come.
till now,
'til now
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
informal (up to the present moment)μέχρι τώρα, έως τώρα, ως τώρα, μέχρι στιγμής φρ ως επίρ
 I haven't had a good reason to go there till now.
till point nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (shop, store: cash register) (μαγαζί)ταμείο ουσ ουδ
till then,
'til then
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
informal (up to a specified past moment)μέχρι τότε, ως τότε, έως τότε, μέχρι εκείνη τη στιγμή φρ ως επίρ
 I met my wife last May. Till then I'd never been in love.
 Γνώρισα τη σύζυγό μου τον περασμένο Μάιο. Μέχρι τότε δεν είχα ξαναερωτευθεί.
up till,
up 'til
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
informal (until)μέχρι, ως, έως πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'till' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: was caught dipping into the [company, store] till, [put, counted] the money in the till, took the change out of the till, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση till στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'till'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης