timekeeper

 /ˈtaɪmˌkiːpə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
timekeeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: person who keeps time)αυτός που κρατάει τον χρόνο
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The timekeeper announced that Ryan had broken a record.
timekeeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: how punctual) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 Judy is a terrible timekeeper; perhaps she should start wearing a watch.
 Η Τζούντι δεν έχει καθόλου καλή σχέση με το χρόνο. Μάλλον πρέπει να αρχίσει να φοράει ρολόι.
 Η Τζούντι είναι φοβερά ασυνεπής. Μάλλον πρέπει να αρχίσει να φοράει ρολόι.
timekeeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (watch, clock: keeps good time)χρονόμετρο ουσ ουδ
Σχόλιο: Usually preceded by an adjective
 My digital watch is old, but it's a good timekeeper.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
time keeper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: [sb] who keeps track of time)αυτός που κρατάει τον χρόνο ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση timekeeper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'timekeeper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.