timekeeping

 /ˈtaɪmˌkiːpɪŋ/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
timekeeping nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: punctuality) (χρονική)ακρίβεια, συνέπεια ουσ θηλ
timekeeping nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clock, watch: accuracy) (ρολόι)ακρίβεια ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'timekeeping' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση timekeeping στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'timekeeping'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rather | sop

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.