timepiece

 /ˈtaɪmˌpiːs/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
timepiece nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (clock or watch)ρολόι ουσ ουδ
 My father gave me an antique timepiece that has been in the family for a hundred years.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'timepiece' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση timepiece στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'timepiece'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.