tincture

 /ˈtɪŋktʃə/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
tincture nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (infusion) (ιατρική)βάμμα ουσ ουδ
 The nurse brought a medicinal tincture of herbs and flowers to soothe the girl's sore throat.
tincture nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dye)βάμμα ουσ ουδ
  βαφή ουσ θηλ
 We used walnut shells to make a tincture to dye the cloth.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tincture στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tincture'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: near | shallow

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.