Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


to Get over:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες

get: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
getvtr (obtain) αποκτώπαίρνω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηβρίσκω ρ.μετ.
We need to get some beer somewhere.
Πρέπει από κάπου να πάρουμε μπίρα.
Πρέπει κάπου να βρούμε μπίρα.
getvtr (catch an illness) αρρώστιαπαθαίνω ρ.μετ.
 για μεταδοτικέςκολλάω ρ.μετ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
He got the flu and had to stay at home.
Έπαθε γρίπη και έπρεπε να μείνει σπίτι.
Κόλλησε γρίπη και έπρεπε να μείνει σπίτι.
getvtr (buy) αγοράζωπαίρνω ρ.μετ.
I'm just going to get some more milk.
Πάω να πάρω λίγο γάλα ακόμα.
getvtr (have, possess) μου ανήκειέχω ρ.μετ.
He's got a great record collection.
Έχει μια υπέροχη συλλογή δίσκων.
getvtr (persuade)πείθω ρ.μετ.
I got him to give me a pay rise.
Τον έπεισα να μου δώσει αύξηση.
getvtr (become, prepare yourself) απαρχαιωμένοέσο ρ.αμ.προστακτ.
 ετοιμάσου ρ.αμ.προστακτ.
Note: Ο τύπος υπάρχει μόνο στην συγκεκριμένη έκφραση και πλέον χρησιμοποιείται μόνο από τους προσκόπους. Σε άλλες περιπτώσεις, δεν υπάρχει αντιστοιχία.
Get ready. The film's about to start.
* Έσο έτοιμος.
Ετοιμάσου. Η ταινία θ'αρχίσει σε λίγο.
getvi (arrive)φτάνω ρ.αμ.
 είμαι ρ.αμ.
When will we get there?
Πότε θα φτάσουμε;
Πότε θα είμαστε εκεί;
getvtr informal (understand)καταλαβαίνω ρ.μετ.
 επίσημοαντιλαμβάνομαι ρ.μετ.
 καθομιλουμένη, αργκόπιάνω ρ.μετ.
Do you get what I'm saying?
Καταλαβαίνεις τι λέω;
Αντιλαμβάνεσαι τι λέω;
Με πιάνεις;
getvi informal (be allowed + infinitive)η μετάφραση δεν είναι διαθέσιμη
Note: Δεν έχει αντιστοιχία.
I get to go to Paris this summer.
getvi (start)ξεκινάω ρ.αμ.
We'd better get going.
Καλύτερα να ξεκινήσουμε.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "get".
Σύνθετοι Τύποι:
easy to get along withadj informal (affable)προσηνής, καταδεκτικός, φιλικός επίθ.
get a fixv slang (take a drug one is addicted to) ναρκωτικάπαίρνω τη δόση μου έκφρ.
get a fixv slang (gain an understanding or grasp) ιδέαπαίρνω μια ιδέα έκφρ.
get a glimpse ofvtr (catch sight of briefly)ρίχνω μια ματιά έκφρ.
get a kick out ofvtr slang (enjoy, take pleasure in)διασκεδάζω, ευχαριστιέμαι ρ.μετ.
get a rise out of sbv (provoke sb to react)τσιγκλάω, προκαλώ ρ.μετ.
get a thrashingv informal (receive a severe beating) καθομιλουμένητρώω ξύλο έκφρ.
get a whiff ofvtr figurative, slang (detect) εντοπίζω, μεταφορικάμυρίζομαι ρ.μετ.
get a whiff ofvtr literal, informal (smell)μυρίζω ρ.μετ.
get aheadvi (be successful) γίνομαι επιτυχημένοςπηγαίνω μπροστά, πάω μπροστά έκφρ.
 προχωράω, προκόβω ρ.αμ.
Note: προχωράω: επίσης: προχωρώ (συνηρ.)
get aheadvi (gain an advantage) κερδίζω πλεονέκτημαβγαίνω μπροστά, παίρνω κεφάλι έκφρ.
get aheadvi informal (save money for the future) αποταμιεύω χρήματα για το μέλλονπρονοώ ρ.αμ.
get along withvtr (have a good relationship with) έχω καλές σχέσεις με, καθομιλουμένητα πηγαίνω καλά με, τα πάω καλά με έκφρ.
get along withoutvtr (not need) δεν χρειάζομαι, καθομιλουμένητα βγάζω πέρα χωρίς έκφρ.
get angryvi (lose one's temper) χάνω την ψυχραιμία μουθυμώνω, νευριάζω, οργίζομαι ρ.αμ.
get around to doing sthv (find time or motivation to do sth)βρίσκω χρόνο να έκφρ.
get away with murderv figurative (not be punished) δεν τιμωρούμαιτην γλιτώνω, τη βγάζω καθαρή έκφρ.
get away!interj slang (expressing astonishment, disbelief) έκπληξη, δυσπιστίαμη μου πεις, τι λες, όχι, άει στο καλό επιφ.
 αγενέςάει στο διάολο επιφ.
get back at sbv (take revenge on sb) παίρνω εκδίκησηεκδικούμαι ρ.μετ.
 καθομιλουμένηπαίρνω το αίμα μου πίσω έκφρ.
get back in shapev (regain fitness)ξαναβρίσκω τη φόρμα μου έκφρ.
get bettervi (recover) αναρρώνωείμαι καλύτερα, πάω καλύτερα έκφρ.
get bettervi (improve) βελτιώνομαιτα πάω καλύτερα έκφρ.
get bogged downvi figurative, informal (become stuck: in a situation) σε κατάστασηκολλάω, βουλιάζω, βυθίζομαι ρ.αμ.
get bogged downvi literal (become stuck, mired: in mud) σε λάσπηκολλάω, βουλιάζω ρ.αμ.
get bogged down invtr figurative, informal (become stuck in)κολλάω, βουλιάζω ρ.αμ.
get bogged down in debtv informal (owe a lot of money) χρωστάω πολλά χρήματαβουλιάζω στα χρέη έκφρ.
get carried awayvi (become overexcited)παρασύρομαι ρ.αμ.
get cracking at sthv (start sth without delay) αρχίζω χωρίς καθυστέρησηστρώνομαι σε ρ.αμ.
get down to businessv (focus on task) συγκεντρώνομαι σε εργασία, καθομιλουμένηστρώνομαι στη δουλειά έκφρ.
get drunkvi (be intoxicated by alcohol)μεθάω ρ.αμ.
 καθομιλουμένητα πίνω, τα κοπανάω έκφρ.
Note: μεθάω: επίσης: μεθώ (συνηρ.)
get evenvi (take revenge) παίρνω εκδίκησηεκδικούμαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένηπαίρνω το αίμα μου πίσω έκφρ.
get even withvtr (take revenge on) παίρνω εκδίκηση απόεκδικούμαι κάποιον ρ.μετ.
 καθομιλουμένηπατσίζω με κάποιον έκφρ.
get excitedvi (become very happy) χαίρομαιενθουσιάζομαι ρ.αμ.
get excitedvi (become angry, upset) θυμώνωεκνευρίζομαι, αναστατώνομαι ρ.αμ.
get excitedvi (be sexually aroused) ερωτικάξεσηκώνομαι, ανάβω, ερεθίζομαι ρ.αμ.
get excited aboutvtr (look forward impatiently to)ενθουσιάζομαι για ρ.αμ.
get excited aboutvtr (be enthused by)ενθουσιάζομαι με ρ.αμ.
get goingvi (leave, go)φεύγω ρ.αμ.
 αργκότην κάνω έκφρ.
get highvi slang (be intoxicated by drugs) ναρκωτικά, αργκόφτιάχνομαι, μαστουρώνω ρ.αμ.
 αργκόκάνω κεφάλι έκφρ.
get hitchedvi slang (get married)παντρεύομαι ρ.αμ.
get in contact withvtr (get in touch with)έρχομαι σε επαφή με έκφρ.
get in linevi (join the queue)μπαίνω στην ουρά, μπαίνω στη σειρά έκφρ.
get in touch withvtr (contact)έρχομαι σε επαφή με έκφρ.
get itvi slang (understand) καταλαβαίνω, καθομιλουμένητο πιάνω έκφρ.
get it over withv (not delay sth unpleasant)τελειώνω ρ.μετ.
get loosevi (become free)ελευθερώνομαι ρ.αμ.
get lostvi (go away)φεύγω, εξαφανίζομαι ρ.αμ.
get lost!interj slang (go away!)χάσου, άντε χάσου, εξαφανίσου, χάσου από εδώ επιφ.
get madvi (become angry)θυμώνω, νευριάζω, οργίζομαι ρ.αμ.
get marriedvi (become sb's husband or wife) γίνομαι σύζυγος κάποιουπαντρεύομαι ρ.αμ.
 αρχαϊκόνυμφεύομαι ρ.αμ.
get movingvi informal (spring into action)αρχίζω, ξεκινάω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηστρώνομαι ρ.αμ.
get movingvi informal (leave, go)φεύγω ρ.αμ.
 αργκότην κάνω έκφρ.
get muddledvi (become confused)μπερδεύομαι ρ.αμ.
get muddledvtr (confuse sb)μπερδεύω ρ.μετ.
get muddledvtr (confuse, disorganize sth) αποδιοργανώνω κάτιανακατεύω, μπερδεύω, ανακατώνω, μπουρδουκλώνω ρ.μετ.
get on sb's nervesv informal (irritate sb) εκνευρίζω κάποιοντου τη δίνω, του τη δίνω στα νεύρα, του δίνω στα νεύρα, του σπάω τα νεύρα έκφρ.
Δεν τον αντέχω... μου τη δίνει (OR: μου τη δίνει στα νεύρα, OR: μου δίνει στα νεύρα, OR: μου σπάει τα νεύρα) με την υπεροψία του.
get on well withvtr informal (have a good relationship with) έχω καλές σχέσεις με, καθομιλουμένητα πηγαίνω καλά με, τα πάω καλά με έκφρ.
get on withvtr informal (sb: have a good relationship with) έχω καλές σχέσεις με, καθομιλουμένητα πηγαίνω καλά με, τα πάω καλά με έκφρ.
get on withvtr (sth: continue doing)συνεχίζω ρ.μετ.
get ontovtr slang (contact)έρχομαι σε επαφή με έκφρ.
get ontovtr (sth: start talking about)αρχίζω να μιλάω για κάτι περιφρ.
get out of handv (become uncontrolled)βγαίνω εκτός ελέγχου έκφρ.
get out of hereinterj informal (leave, go) φύγε, αγενέςφύγε από εδώ, σήκω και φύγε επιφ.
get out of hereinterj slang (expressing disbelief, astonishment) έκπληξη, δυσπιστίαμη μου πεις, τι λες, όχι, άει στο καλό επιφ.
 αγενέςάει στο διάολο επιφ.
get out of ordervi (become unorganized, jumbled)βγαίνω εκτός λειτουργίας έκφρ.
get out of ordervi (become out of control)βγαίνω εκτός ελέγχου έκφρ.
get out of the wayvi (move aside)φεύγω από τη μέση, βγαίνω από τη μέση έκφρ.
get out of the wayvi (complete: task) εργασία: ολοκληρώνομαιφεύγω από τη μέση, βγαίνω από τη μέση έκφρ.
get readyvi (prepare oneself) εαυτόετοιμάζομαι, προετοιμάζομαι ρ.αμ.
get readyvtr (prepare: sth) κάτιετοιμάζω, προετοιμάζω ρ.μετ.
get ready tovtr (prepare oneself to)ετοιμάζομαι να, προετοιμάζομαι να ρ.αμ.
get richvi (become wealthy) αποκτώ πλούτηπλουτίζω ρ.αμ.
get rid ofvtr informal (dispose of, throw away) πετάω, καθομιλουμένηξεφορτώνομαι ρ.μετ.
get rid ofvtr informal (dispense with, do without)ξεφορτώνομαι ρ.μετ.
get rid ofvtr (sb: cause sb to go away) κάποιονξεφορτώνομαι ρ.μετ.
get sb drunkv informal (make sb intoxicated with alcohol)μεθάω ρ.μετ.
Note: μεθάω: επίσης: μεθώ (συνηρ.)
get startedvi (task: begin) εργασίαξεκινάω, αρχίζω ρ.μετ.
Note: ξεκινάω: επίσης: ξεκινώ (συνηρ.)
get startedvtr (encourage, help, sb to do sth)προτρέπω, ενθαρρύνω, ωθώ, σπρώχνω ρ.μετ.
get started onvtr (begin: a task) εργασίαξεκινάω, αρχίζω ρ.μετ.
Note: ξεκινάω: επίσης: ξεκινώ (συνηρ.)
get started onvtr (begin talking about) να μιλάω γιαξεκινάω, αρχίζω ρ.μετ.
Note: ξεκινάω: επίσης: ξεκινώ (συνηρ.)
get sth out of your mindv (stop thinking about sth) σταμάτα να σκέφτεσαι κάτιβγάλε κάτι από το μυαλό σου έκφρ.
get stuckvi literal (be unable to move) δεν μπορώ να κινηθώκολλάω ρ.αμ.
get stuckvi figurative (be unable to proceed ) δεν μπορώ να προχωρήσωκολλάω ρ.αμ.
get stuck in the mudv (vehicle: be trapped by mud) όχημα παγιδευμένο σε λάσπηκολλάω στη λάσπη ρ.αμ.
get stuck withvtr informal (be burdened by) επιβαρύνωφορτώνομαι σε ρ.αμ.
get the better of sbv (win victory over sb)επικρατώ, υπερισχύω, πλεονεκτώ ρ.αμ.
get the ideav informal (understand, grasp sth) καταλαβαίνωπαίρνω τη γενική ιδέα, παίρνω μια ιδέα έκφρ.
get the impressionv (sense or suspect)έχω την εντύπωση έκφρ.
get the picturev informal (understand, see) καθομιλουμένηπιάνω το νόημα έκφρ.
get the upper handv (gain an advantage)παίρνω το πάνω χέρι έκφρ.
get throughvtr informal (survive, endure: an ordeal)τα καταφέρνω έκφρ.
 επιβιώνω, αντέχω ρ.αμ.
get throughvtr (reach: on phone) τηλέφωνοβρίσκω ρ.μετ.
get tovtr (reach, arrive at) προορισμόςφτάνω ρ.αμ.
get tovtr informal (start: doing sth)αρχίζω, ξεκινάω ρ.μετ.
Note: ξεκινάω: επίσης: ξεκινώ (συνηρ.)
get to know one anotherv (become better acquainted with each other)γνωρίζομαι καλύτερα έκφρ.
Θα ήθελα να βγω μερικές φορές μαζί του για να γνωριστούμε καλύτερα.
get to the point!interj informal (expressing impatience with sb) ανυπομονησία, καθομιλουμένημπες στο ζουμί, μπες στο ψητό επιφ.
get together withvtr (join or unite with)βρίσκομαι, συναντιέμαι ρ.αμ.
get under wayvtr (begin to do sth.)αρχίζω, ξεκινάω ρ.μετ.
Note: ξεκινάω: επίσης: ξεκινώ (συνηρ.)
get under wayvi (begin a journey) ταξίδιξεκινάω, αναχωρώ, φεύγω ρ.μετ.
Note: ξεκινάω: επίσης: ξεκινώ (συνηρ.)
get up and gon slang (energy, motivation) ενέργεια, κίνητροπαίρνω φόρα έκφρ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'to Get over' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'to Get over'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad