toe

Listen:
 [ˈtəʊ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (one of five digits of the foot)δάχτυλο ουσ ουδ
  (κατά λέξη)δάχτυλο του ποδιού φρ ως ουσ ουδ
 The man had short, fat toes.
 Ο άντρας είχε κοντά, χοντρά δάχτυλα.
toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (footwear: tip) (μεταφορικά)μύτη ουσ θηλ
  άκρη ουσ θηλ
 The toe of the shoe was pointed.
 Η άκρη του παπουτσιού ήταν μυτερή.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
toe [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (kick with the toe) (κατά λέξη)κλωτσάω με τα δάχτυλα περίφρ
  (πιο γενικά)κλωτσάω, κλωτσώ ρ μ
 Jessica toed the ball across the grass.
toe [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (touch with the toe) (κατά λέξη: των ποδιών)αγγίζω με τα δάχτυλα περίφρ
  (πιο γενικά)αγγίζω ρ μ
 The runners stood in a row, toeing the start line.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
big toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (foot: largest digit)μεγάλο δάχτυλο επίθ + ουσ ουδ
 It's very hard to walk if you break your big toe.
great toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (big toe, largest toe)μεγάλο δάχτυλο ποδιού έκφρ
little toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (smallest digit of the foot)μικρό δάχτυλο ποδιού έκφρ
 She broke her little toe when a car ran over her foot.
peep toe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (open-toed footwear style)peep toe φρ ως ουσ ουδ
peep-toe shoes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (style of open-toed footwear)παπούτσια peep toe φρ ως ουσ ουδ πλ
 I won't wear peep-toe shoes when it's raining because I don't want my toes to get wet.
 Δε φοράω παπούτσια peep toe όταν βρέχει γιατί δε θέλω να βρέχονται τα δάχτυλά μου.
little toe,
pinky toe,
pinkie toe,
baby toe,
pinkie,
pinky
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal (smallest toe)μικρό δάχτυλο επίθ + ουσ ουδ
  δαχτυλάκι ουσ ουδ
steel-toe boots,
steel-capped boots
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(heavy footwear with reinforced toe)μπότες ασφαλείας φρ ως ουσ θηλ πλ
ticktacktoe,
tick-tack-toe,
tic-tac-toe
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (game: noughts and crosses) (παιχνίδι)τρίλιζα ουσ θηλ
toe hold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place for toe when climbing)σημείο που μπορώ να κρατηθώ με τα δάχτυλα των ποδιών
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Rock climbers wear very soft shoes so they can feel for toe holds.
toe the line v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (conform)συμμορφώνομαι με τη γραμμή κπ περίφρ
  συμμορφώνομαι με κτ, πειθαρχώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)δεν κάνω του κεφαλιού μου έκφρ
  πάω με τα νερά κπ έκφρ
 The boss told the new employee that he would do well as long as he toed the line.
toe-curling adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (embarrassing)ντροπιαστικός επίθ
  εξευτελιστικός επίθ
toe-curling adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (causing discomfort)ενοχλητικός επίιθ
  (μεταφορικά)ανατριχιαστικός επίθ
toe-curling adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (causing pleasure)ευχάριστος επίθ
toerag,
toe-rag
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, regional, slang, figurative (contemptible person) (προσβλητικό)αλήτης ουσ αρσ
  τσογλάνι ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'toe' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: wears a toe ring, steel-toe [boots, shoes], must wear closed-toe shoes, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση toe στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'toe'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rest | whisk

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης