tool set


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
tool set nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (handheld instrument kit)σετ εργαλείων ουσ ουδ
Σχόλιο: σετ: ξενικό, άκλιτο
 The tool set includes a small wrench, a hammer, a saw, and three screwdrivers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tool set στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tool set'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ clog

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης