toot

Listen:
 /tuːt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
toot,
toot one's horn
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(sound one's car horn)κορνάρω ρ αμ
 Someone tooted at me when I made a right turn, but I didn't do anything wrong.
toot [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sound: one's car horn) (την κόρνα)πατάω ρ μ
 You should toot the horn if someone cuts in front of you!
toot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sound of a horn)κορνάρισμα ουσ ουδ
 We heard the loud toot of a car horn nearby.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση toot στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'toot'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.