topcoat

 /ˈtɒpˌkəʊt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
topcoat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (final layer of paintwork)τελικό στρώμα επίθ + ουσ ουδ
 The last thing we have to do is put a topcoat on the walls.
topcoat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clothing: overcoat)παλτό ουσ ουδ
 When the weather is this cold, it's important to wear a topcoat over your jacket.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση topcoat στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'topcoat'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: check | bond

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.