tote

Listen:
 [ˈtəʊt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tote [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, informal (carry)κουβαλάω, κουβαλώ ρ μ
  μεταφέρω ρ μ
 Johnny toted his elderly neighbor's the bags up the stairs.
tote [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, informal (carry on your person)κουβαλάω, κουβαλώ ρ μ
  (μεταφορικά)σέρνω κτ μαζί μου περίφρ
 Lana totes a book wherever she goes.
tote nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fabric bag)τσάντα ουσ θηλ
  (μόδα, γυναίκες)tote ουσ θηλ άκλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, καθώς πρόκειται για συγκεκριμένο είδος τσάντας με 2 χερούλια και συχνά χωρίς κούμπωμα.
 I've always got a tote in my backpack, in case I need to go shopping on the way home.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
tote bag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (carryall)τσάντα ουσ θηλ
  (μόδα, γυναίκες)tote ουσ θηλ άκλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, καθώς πρόκειται για συγκεκριμένο είδος τσάντας με 2 χερούλια και συχνά χωρίς κούμπωμα.
 She threw her stuff in a tote bag and went on her way.
tote sack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bag: carryall)τσάντα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'tote' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tote στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'tote'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: party | tap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης