Listen:
tour :
WordReference English-Greek Dictionary © 2012 Κύριες Μεταφράσεις
tour vtr (travel) ταξιδεύω ρ.μετ.
επισκέπτομαι, επισκέφτομαι ρ.μετ.
καθομιλουμένη κάνω ταξίδι ρ.μετ.
We toured Italy last summer.
Ταξιδέψαμε στην Ιταλία πέρυσι το καλοκαίρι.
Επισκεφτήκαμε την Ιταλία πέρσι το καλοκαίρι.
Κάναμε ένα ταξίδι στην Ιταλία πέρσι.
tour n (travel: organized) οργανωμένη εκδρομή ουσ.θηλ.
οργανωμένο ταξίδι ουσ.ουδ.
περιήγηση ουσ.θηλ.
The two-week tour had a guide and a bus.
Η οργανωμένη δεκαπενθήμερη εκδρομή περιλάμβανε ξεναγό και λεωφορείο.
Το οργανωμένο ταξίδι διάρκεσε (or: διήρκεσε) 15 μέρες και περιλάμβανε ξεναγό και λεωφορείο.
* Κάναμε δυο βδομάδες περιήγηση στην Κυανή Ακτή.
tour n (travel: unorganized) περιοδεία ουσ.θηλ.
καθομιλουμένη γύρος ουσ.ουδ.
We went on a tour of Europe last summer.
Πέρσι το καλοκαίρι κάναμε περιοδεία στην Ευρώπη.
Πέρσι το καλοκαίρι κάναμε το γύρο της Ευρώπης.
tour n (of house, building) κτιρίου περιοδεία ουσ.θηλ.
ξενάγηση ουσ.θηλ.
καθομιλουμένη γύρος ουσ.ουδ.
Let me give you the tour of our house.
* Ο ξεναγός μας έκανε περιοδεία στα κτίρια της Ακρόπολης.
* Αύριο το πρόγραμμα έχει ξενάγηση στα ανάκτορα.
* Μας έκανε ένα γύρο του σπιτιού για να μας δείξει τους χώρους.
Report an error
tour :
WordReference English-Greek Dictionary © 2012 Σύνθετοι Τύποι:
on tour adv (travelling from place to place) σε περιοδεία έκφρ.
on tour adv (performers: on the road) καλλιτέχνες σε περιοδεία έφρ.
The musicians quit their jobs to go on tour with the new band.
package tour n (all-inclusive tourist holiday or visit) πακέτο διακοπών ουσ.ουδ.
tour de force n (great accomplishment) μεταφορικά άθλος ουσ.αρ.
κατόρθωμα ουσ.ουδ.
John Coltrane's saxophone solo on "My Favorite Things" was a tour de force.
The director's latest film is a tour de force that excites both critics and audiences.
tour guide n (sb who shows tourists around) ξεναγός ουσ.αρ.
The tour guide took the visitors to see many local attractions.
tour of duty n (military: period of service in one place) θητεία ουσ.θηλ.
On his last tour of duty the soldier was wounded in combat.
tour operator n (agent organizing package holidays) ταξιδιωτικός ατζέντης, ταξιδιωτικός πράκτορας ουσ.αρ.
Quite a few tour operators have gone out of business recently.
Report an error
Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'tour' στον τίτλο: Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'tour'
In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic
See Google Translate's machine translation of 'tour'.