towering

Listen:
 [ˈtaʊərɪŋ]


Του ρήματος: "to tower"

Present Participle: towering
Σε αυτή τη σελίδα: towering, tower

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
towering adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very tall)πανύψηλος επίθ
  (λόγω ύψους)επιβλητικός επίθ
 At nearly seven feet tall, Herman is a towering man.
towering adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (great, important) (μεταφορικά)επιβλητικός επίθ
  εντυπωσιακός επίθ
  (μεταφορικά: τεράστιος)αξεπέραστος, ανυπέρβλητος επίθ
 Mick is a towering figure in the field of rocket science.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tower nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (building)ουρανοξύστης ουσ αρσ
 They are building a new office tower downtown.
 Χτίζουν έναν καινούριο ουρανοξύστη στο κέντρο της πόλης.
tower nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (broadcast) (τηλεπικοινωνίες)κεραία ουσ αρσ
 They erected a mobile phone tower next to the local school.
 Τοποθέτησαν κεραία κινητής τηλεφωνίας δίπλα στο τοπικό σχολείο.
tower nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fortress) (φρούριο)πύργος ουσ αρσ
 This tower is where the king imprisoned his enemies.
 Σε αυτόν τον πύργο ο βασιλιάς φυλάκιζε τους εχθρούς του.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tower nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (control station)πύργος ελέγχου φρ ως ουσ αρσ
 The tower lost contact with the pilot just before the accident.
tower viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (surpass)είμαι ανώτερος ρ έκφρ
  ξεπερνώ ρ αμ
 Through his military genius, Napoleon towered above his contemporaries.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση towering στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'towering'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fake | sly

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης