town

Listen:
 /taʊn/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small city)πόλη ουσ θηλ
  (πιο μικρό μέγεθος)κωμόπολη ουσ θηλ
  (λόγιο, ποιητικό)πολίχνη ουσ θηλ
  (κοινότητα)δήμος ουσ αρσ
 I grew up in a town of about 10,000 people.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μεγάλωσα σε μια μικρή πόλη λίγο έξω απ' τη Θεσσαλονίκη.
 Μεγάλωσα σε μια κωμόπολη με γύρω στους 10.000 κατοίκους.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η Πάφος πριν καμιά εικοσαετία δεν ήταν παρά μια γραφική πολίχνη.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μεγάλωσα σ' ένα δήμο της μείζονος Λεμεσού.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commercial centre) (μεταφορικά)κέντρο ουσ ουδ
  πόλη ουσ θηλ
 Are you going into town today?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
a night out on the town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (evening at bar, party) (μεταφορικά)έξοδος ουσ θηλ
  νυχτερινή έξοδος επίθ + ουσ θηλ
  (αργκό)μπαρότσαρκα ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται το ρήμα «βγαίνω», πχ «Όταν πήρα την προαγωγή, βγήκαμε με τους φίλους μου να το γιορτάσουμε.»
 After I got my promotion, my friends and I went for a night out on the town to celebrate.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Γιατί ντύθηκες τόσο καλά; Ετοιμάζεσαι για έξοδο με το αγόρι σου;
blow into town v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, slang (arrive unexpectedly)φθάνω απροειδοποίητα, έρχομαι απροειδοποίητα ρ αμ + επίρ
  έρχομαι στα ξαφνικά περίφρ
 My friend just blew into town; we're going to go have dinner tonight.
Cape Town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (city in South Africa)Κέηπ Τάουν ουσ ουδ
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 Cape Town is the second most populous city in South Africa.
commuter town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (urban area where people live but do not work)οικιστική περιοχή, αμιγώς οικιστική περιοχή περίφρ
  (στην άκρη πόλης)προάστιο ουσ ουδ
  (κατά λέξη)περιοχή που προσφέρει κατοικία, αλλά όχι δυνατότητα εργασίας
 I live in a commuter town just south of the city limits.
company town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (city: owned by one business)μη διαθέσιμη μετάφραση
 All of the company's employees were required to live in the company town.
company town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, figurative (city: one big employer)μη διαθέσιμη μετάφραση
 Hershey, Pennsylvania, home of the chocolate of the same name, is a company town.
county town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (administrative city)πρωτεύουσα επαρχίας, πρωτεύουσα κομητείας φρ ως ουσ θηλ
  (επίσημο)έδρα επαρχίας, έδρα κομητείας φρ ως ουσ θηλ
 County towns were, historically, the capitals of Irish and United Kingdom counties.
go to town viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (do [sth] lavishly, extravagantly) (μεταφορικά)τα δίνω όλα έκφρ
 Wow! Look at all this food - you've really gone to town!
hill town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (urban area in a mountain region)πόλη σε βουνό περίφρ
  ορεινή πόλη επίθ + ουσ θηλ
home town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (town or city where one grew up)η πόλη μου περίφρ
  ιδιαίτερη πατρίδα επίθ + ουσ θηλ
  γενέτειρα ουσ θηλ
 Linda had not been back to her home town of Sydney for many years.
home town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (town or city where one lives)η πόλη μου περίφρ
  η πόλη που ζω περίφρ
 Pinehurst residents have plenty of reasons to be proud of their hometown.
native town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (city of one's birth)γενέτειρα ουσ θηλ
out of town advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (away from home)μακριά από το σπίτι επίρ
Σχόλιο: Hyphens are used when the term is an adjective.
 I'll be out of town for the next few days. I'll be out of town for two weeks.
 Θα είμαι μακριά από το σπίτι για τις επόμενες μέρες. Θα είμαι μακριά από το σπίτι για δύο εβδομάδες.
paint the town red v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (celebrate, party) (μεταφορικά)ξεφαντώνω, γλεντάω, γλεντοκοπάω ρ αμ
  (μεταφορικά)το ρίχνω έξω έκφρ
 To celebrate their win, the whole football team went out to paint the town red.
 Για να γιορτάσουν τη νίκη τους, ολόκληρη η ποδοσφαιρική ομάδα βγήκε να ξεφαντώσει.
Roman town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (urban area built by the Romans)ρωμαϊκή πόλη επίθ + ουσ θηλ
shanty town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ghetto, slum)φτωχογειτονιά ουσ θηλ
 People live in shanty towns because they have no other choice.
sister city (US),
twin town (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(town twinned with another)αδελφή πόλη φρ ως ουσ θηλ
  αδελφοποιημένη πόλη επίθ + ουσ θηλ
 Our sister city is in Germany.
small-town adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." pejorative (provincial, unenlightened)επαρχιώτικος, χωριάτικος επίθ
spa,
spa town
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(town with mineral spring)λουτρόπολη ουσ θηλ
 Parts of many Jane Austen novels are set in the spa town of Bath.
tourist town nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (city visited by holidaymakers)τουριστική πόλη επίθ + ουσ θηλ
town car nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (luxury vehicle)λιμουζίνα ουσ θηλ
 The executive was picked up in a Lincoln town car.
town council nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (municipal government)δημοτικό συμβούλιο ουσ ουδ
 He was elected to the town council with a large majority of the votes.
town councillor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (member of municipal government)δημοτικός σύμβουλος ουσ αρσ
 Town councillors don't receive salaries, but do receive annual allowances to pay for their time and expenses.
town crier nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who makes public announcements)δημόσιος κήρυκας ουσ αρσ
 The town crier announced that the criminal would be publicly hanged.
town hall nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (city's council building)δημαρχείο ουσ ουδ
 There's a meeting at the town hall tonight.
town house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (home in a city)μονοκατοικία ουσ θηλ
  σπίτι ουσ ουδ
  (κατά λέξη)μονοκατοικία στην πόλη περίφρ
 Town houses usually share their side walls with similar buildings.
town house nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (terraced house)πολυώροφη μονοκατοικία σε πόλη
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The fire quickly spread to a row of town houses.
town square nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (city's market place or public arena)κεντρική πλατεία επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'town' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση town στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'town'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: funny | dent

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.