Try out WordReference Random Word! Each page load will return a random word from the dictionary. Or test your knowledge and have each page load with the definition hidden!
* Οι πέτρες που κύλησαν μπροστά στο άνοιγμα την παγίδευσαν στη σπηλιά.
trap
vtr
figurative (caught)
παγιδεύομαι ρ.μετ.παθ.
Note: Για να πω την αλήθεια, το δεύτερο trap μπήκε στην παθητική φωνή ενώ το πρώτο όχι, μόνο και μόνο επειδή κυρίως σε τέτοια παραδείγματα λέμε "παγιδεύομαι", αλλά δε θεώρησα σωστό να δοθεί το ρήμα μόνο ως παθητικό... δεν είμαι σίγουρη για τη λύση μου πάντως...
I was trapped talking to him for two hours.
* Παγιδεύτηκε μόνη της μαζί του και της μιλούσε για δύο ώρες.
trap
n
(physical: snare)
παγίδα, φάκα ουσ.θηλ.
Note: Η παγίδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για άλλα ζώα, ενώ η φάκα συνήθως χρησιμοποιείται αποκλειστικά για ποντίκια ή μεταφορικά για ανθρώπους, όπως στο επόμενο παράδειγμα.
The fox's leg was caught in a trap.
* Το ποντίκι πιάστηκε στην παγίδα (or: φάκα).
trap
n
(trick to catch sb) μεταφορικά
παγίδα ουσ.θηλ.
The politician tried to set a trap for his opponent by talking about the war.
Ο πολιτικός προσπάθησε να στήσει παγίδα στον αντίπαλό του γυρνώντας τη συζήτηση στο θέμα του πολέμου.