Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


trap:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

trap: WordReference English-Greek Dictionary © 2009
Κύριες Μεταφράσεις
trapvtr (caught)παγιδεύω ρ.μετ.
He was trapped beneath a wall that had collapsed.
* Οι πέτρες που κύλησαν μπροστά στο άνοιγμα την παγίδευσαν στη σπηλιά.
trapvtr figurative (caught)παγιδεύομαι ρ.μετ.παθ.
Note: Για να πω την αλήθεια, το δεύτερο trap μπήκε στην παθητική φωνή ενώ το πρώτο όχι, μόνο και μόνο επειδή κυρίως σε τέτοια παραδείγματα λέμε "παγιδεύομαι", αλλά δε θεώρησα σωστό να δοθεί το ρήμα μόνο ως παθητικό... δεν είμαι σίγουρη για τη λύση μου πάντως...
I was trapped talking to him for two hours.
* Παγιδεύτηκε μόνη της μαζί του και της μιλούσε για δύο ώρες.
trapn (physical: snare)παγίδα, φάκα ουσ.θηλ.
Note: Η παγίδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για άλλα ζώα, ενώ η φάκα συνήθως χρησιμοποιείται αποκλειστικά για ποντίκια ή μεταφορικά για ανθρώπους, όπως στο επόμενο παράδειγμα.
The fox's leg was caught in a trap.
* Το ποντίκι πιάστηκε στην παγίδα (or: φάκα).
trapn (trick to catch sb) μεταφορικάπαγίδα ουσ.θηλ.
The politician tried to set a trap for his opponent by talking about the war.
Ο πολιτικός προσπάθησε να στήσει παγίδα στον αντίπαλό του γυρνώντας τη συζήτηση στο θέμα του πολέμου.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "trap".
Σύνθετοι Τύποι:
sand trapn (golf: bunker with sand) γκολφκοιλότητα εδάφους γεμισμένη με άμμο ουσ.θηλ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'trap' στον τίτλο:
Δεν βρέθηκαν τίτλοι με τον όρο 'trap'

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


* This dictionary is new and incomplete. Many entries are still being reviewed by experts.
You will see a gradual improvement over the next few months in both quality and depth.

Copyright © 2009 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad