trepidation

Listen:
 /ˌtrɛpɪˈdeɪʃən/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
trepidation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dread)τρόμος ουσ αρσ
  δέος ουσ ουδ
 Filled with trepidation, Julie slowly walked towards her boss's office.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trepidation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'trepidation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: bite | noodle

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.