Αγγλοελληνικό Λεξικό WordReference.com


try:


ορισμός | in Italian | in French | in Spanish
συμφραζόμενα | εικόνες
 Listen: soundUS - UK

try: WordReference English-Greek Dictionary © 2010
Κύριες Μεταφράσεις
tryvtr (attempt) αποπειρώμαιπροσπαθώ ρ.μετ.
 επίσημοεπιχειρώ ρ.μετ.
He tried to walk to the next town, but it was too far.
Προσπάθησε να περπατήσει ως την επόμενη πόλη, αλλά ήταν πολύ μακριά.
Επιχείρησε να περπατήσει ως την επόμενη πόλη, αλλά ήταν πολύ μακριά.
tryvtr (test it)δοκιμάζω ρ.μετ.
 για πράξειςπροσπαθώ ρ.μετ.
Try it before you decide whether it's difficult.
Δοκίμασέ το πριν αποφασίσεις αν είναι δύσκολο.
Προσπάθησέ το πριν αποφασίσεις αν είναι δύσκολο.
tryvtr (taste) γεύσηδοκιμάζω ρ.μετ.
He tried spinach once and didn't like it.
Δοκίμασε το σπανάκι μία φορά και δεν του άρεσε.
tryvtr (law: case) νομικά: υπόθεσηεκδικάζω ρ.μετ.
 νομικά: άτομοδικάζω ρ.μετ.
The District Attorney will try the corruption case.
Ο εισαγγελέας θα εκδικάσει την υπόθεση διαφθοράς.
* Τον δίκασαν για απόπειρα φόνου.
Προτείνετε βελτιώσεις για το "try".
Σύνθετοι Τύποι:
another tryn (a further attempt)ακόμα μία προσπάθεια ουσ.θηλ.
give sth a tryv informal (sample sth) δείγμαδοκιμάζω ρ.μετ.
give sth a tryv informal (attempt sth) απόπειραδοκιμάζω, προσπαθώ ρ.μετ.
try forvtr informal (attempt to make or attain)προσπαθώ, δοκιμάζω, αποπειρώμαι ρ.μετ.
try it onv informal (put on to check fit) ρούχαδοκιμάζω, προβάρω ρ.μετ.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'try' στον τίτλο:

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic



Δείτε επίσης:
 
Σύνδεσμοι:


Copyright © 2010 WordReference.com
Please report any problems.



Report an inappropriate ad