twig

Listen:
 /twɪɡ/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
twig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small branch)κλαδάκι, κλαράκι ουσ ουδ
 The bird perched on a twig at the end of the branch.
twig viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." slang (realise, understand) (ανεπίσημο)το πιάνω έκφρ
  (καθομιλουμένη)παίρνω χαμπάρι έκφρ
  (αργκό, μεταφορικά)ξυπνάω ρ αμ
 Carol didn't understand for ages, then, all of a sudden, she twigged.
twig that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (realise, understand) (ανεπίσημο, μεταφορικά)πιάνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)παίρνω χαμπάρι έκφρ
 I suddenly twigged that it was his twin brother I was talking to.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'twig' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση twig στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'twig'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Word of the Day Holiday Poem Contest

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης