twig

SpeakerListen:
UK-RP

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
twig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small branch) (δέντρο)κλαδί, κλαρί, κλαδάκι, κλαράκι ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'twig' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση twig στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'twig'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης