twisted

SpeakerListen:
 /ˈtwɪstɪd/


WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
twisted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cord, string)μπλεγμένος μτχ πρκ
 Adam spent ages trying to straighten the twisted phone cord.
twisted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (mind)διεστραμμένος μτχ πρκ
 That never happened; it's just a product of your twisted imagination.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
twisted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (metal)στρεβλός επίθ
  στρεβλομένος μτχ πρκ
 After the explosion, all that was left was rubble and a few twisted iron girders.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'twisted' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση twisted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'twisted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης