twisted

SpeakerListen:
UK-RPScot
 /ˈtwɪstɪd/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
twisted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cord, string) (καλώδιο κτλ.)στριμμένος, στριφτός επίθ.
  (μεταφορικά)κουλούρα ουσ.θηλ.
twisted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (mind) (άνθρωπος)διαταραγμένος επίθ.
  (καθομιλουμένη)πειραγμένος, βαρεμένος επίθ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
twisted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (metal) (μέταλλο)ελικοειδής, σπειροειδής επίθ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'twisted' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση twisted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'twisted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης