WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unceremonious adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (abrupt, without due courtesy) (τρόπος)απότομος, τραχύς, αγενής επίθ
  κοφτός επίθ
unceremonious adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (informal)ανεπίσημος επίθ
  χωρίς τυπικότητες έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unceremonious στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unceremonious'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: smart | drag

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης