unreal

Listen:
 /ʌnˈrɪəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
unreal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not real, not accurate)μη πραγματικός, μη αληθινός περίφρ
  αναληθής, ψευδής επίθ
  ανύπαρκτος επίθ
 Unreal expectations cause problems in many marriages.
unreal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (imaginary)ανύπαρκτος, φανταστικός επίθ
  εξωπραγματικός επίθ
 The story takes place on an unreal planet inhabited by space monsters.
unreal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, slang (amazing) (καθομ, μεταφορικά)εξωπραγματικός, φανταστικός, απίθανος, απίστευτος επίθ
  (αργκό)άπαιχτος επίθ
  (αργκό)δεν παίζει!, δεν υπάρχει! επιφ
 The experience of bungee jumping was unreal; it was just amazing!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'unreal' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unreal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unreal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ clog

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης