unreal

SpeakerListen:
 /ˈʌnˈrɪəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
unreal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not real)μη πραγματικός, μη αληθινός περίφρ
  αναληθής, ψευδής επίθ
  ανύπαρκτος επίθ
unreal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (imaginary)ανύπαρκτος, φανταστικός επίθ
  εξωπραγματικός επίθ
unreal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, slang (amazing) (καθομ, μεταφορικά)εξωπραγματικός, φανταστικός, απίθανος, απίστευτος επίθ
  (αργκό)άπαιχτος επίθ
  (αργκό)δεν παίζει!, δεν υπάρχει! επιφ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'unreal' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unreal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unreal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης