unreal

 /ˈʌnˈrɪəl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
unreal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not real) (όχι αληθινός)απατηλός, ανύπαρκτος, φανταστικός, πλασματικός επίθ.
unreal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (imaginary) (της φαντασίας)φανταστικός, πλασματικός, ανύπαρκτος, απατηλός επίθ.
unreal adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." slang (amazing) (καθομιλουμένη)φανταστικός, απίθανος, εκπληκτικός επίθ.
  (αργκό)άπαιχτος επίθ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'unreal' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unreal στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unreal'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης