unremarkable

Listen:
 /ˈʌnrɪˈmɑːkəbl/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
unremarkable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (ordinary, not special)κοινός, συνήθης επίθ
  συνηθισμένος μτχ πρκ
  συμβατικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'unremarkable' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unremarkable στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'unremarkable'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: belong | bush

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.