urbanize

 /ˈɜːbəˌnaɪz/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
urbanize [sth],
also UK: urbanise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(build up, develop: an area)αστικοποιώ ρ μ
urbanize,
also UK: urbanise
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(area: undergo development)αστικοποιούμαι ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση urbanize στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'urbanize'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: proud | hurl

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.