urbanize

 /ˈ3ːbənaɪz/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
urbanize [sth],
UK: urbanise
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(area: build up, develop) (περιοχή)αστικοποιώ ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση urbanize στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'urbanize'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης