used

SpeakerListen:
 /juːst/


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
used adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (second-hand) (από δεύτερο χέρι)μεταχειρισμένος μτχ.παθ.
  (για ρούχα, παπούτσια)φορεμένος μτχ.
Σχόλιο: Μετοχή του παθητικού παρακειμένου.
 She gave us her used baby clothes.
 Μας έδωσε μεταχειρισμένα μωρουδιακά ρούχα.
 Μας έδωσε φορεμένα μωρουδιακά ρούχα.
used for [sth] adj + prep (utilized for [sth])χρησιμοποιούμαι για περίφρ
 Ο φούρνος μικροκυμάτων χρησιμοποιείται για να ζεσταίνουμε το φαγητό.
used for doing [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (utilized for [sth])χρησιμοποιούμαι για ρ αμ
 Pencils are used for writing.
used adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (worn out)φθαρμένος, πολυχρησιμοποιημένος μτχ πρκ
 You can't wear that coat, it's too well used.
 Δεν μπορείς να φορέσεις αυτό το παλτό, είναι φθαρμένο.
used to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (did habitually) (να κάνω κάτι)συνηθίζω ρ μ
 I used to go to the local church when I was young.
 Συνήθιζα να πηγαίνω στην εκκλησία της γειτονιάς όταν ήμουν νέος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
be used to [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (familiar with) (με κάτι)είμαι εξοικειωμένος ρ εκφρ
  (κάτι/κάποιον)έχω συνηθίσει, έχω μάθει ρ μ
be used to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (accustomed to doing)είμαι συνηθισμένος, είμαι μαθημένος ρ εκφρ
  έχω συνηθίσει, έχω μάθει ρ μ
 I'm used to skipping lunch because I'm always so busy.
get used to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (develop habit)συνηθίζω ρ αμ
 You will soon get used to working the night shift.
used car nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (second-hand motor vehicle)μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, μεταχειρισμένο αμάξι επίθ + ουσ ουδ
used clothing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (second-hand clothes)μεταχειρισμένα ρούχα επίθ + ουσ ουδ πλ
used up adj + prep (supply: exhausted) (που έχει καταναλωθεί)χρησιμοποιημένος μτχ.
 The flour was used up last night when we made bread.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'used' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση used στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'used'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Swedish | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης