volley

Listen:
 [ˈvɒli]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
volley nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tennis: strike) (τένις)βολέ ουσ ουδ άκλ
 The tennis player hit a volley across the court.
volley nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (repeated bursts of [sth])καταιγισμός ουσ αρσ
 The gunman fired off a volley of bullets.
volley [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (tennis: return ball) (τένις)κάνω βολέ περίφρ
 Anna volleyed the ball past her opponent to win the point.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
volley viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (tennis: return ball) (τένις)κάνω βολέ περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
half-volley [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (tennis: return ball after it bounces) (τένις)κάνω μισό βολέ, κάνω χαφ βολέ περίφρ
half-volley viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (tennis ball: return after it bounces) (τένις)μισό βολέ, χαφ βολέ φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'volley' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση volley στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'volley'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ Word of the Day: sly | lush

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης