volume

Listen:
 [ˈvɒljuːm]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
volume nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (quantity) (συνήθως πολύς)όγκος ουσ αρσ
  ποσότητα ουσ θηλ
 The designer looked at the volume of work he had to do that week and wondered how he would ever get it all done.
 Ο σχεδιαστής κοίταξε τον όγκο της δουλειάς που έπρεπε να κάνει εκείνη την εβδομάδα και αναρωτήθηκε πώς θα κατάφερνε να την τελειώσει.
volume nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (how loud)ένταση ουσ θηλ
 The volume of the music was too high.
 Η ένταση της μουσικής ήταν υπερβολικά υψηλή.
volume nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (book)τόμος ουσ αρσ
 The professor took a volume from the shelf.
 Ο καθηγητής πήρε έναν τόμο από το ράφι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
volume nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of stocks, business)όγκος ουσ αρσ
 The volume of orders is greater this month than last month.
volume nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (capacity)όγκος ουσ αρσ
  χωρητικότητα ουσ θηλ
 The container had a volume of eight litres.
volume nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (3D size)όγκος ουσ αρσ
 The maths teacher told the class to calculate the volume of the cube.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
high volume nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large quantity)μεγάλη ποσότητα επίθ + ουσ θηλ
  πολύς επίθ
sales volume nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (quantity of goods sold)όγκος πωλήσεων φρ ως ουσ αρσ
volume control nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (switch used to adjust level of sound)διακόπτης που ρυθμίζει την ένταση του ήχου ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The volume control on my MP3 player's not working properly.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'volume' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: press the volume button, large-volume [sales, purchases], a [three] -volume encyclopedia, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση volume στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'volume'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ Word of the Day: sly | lush

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης