wagon

Listen:
 /ˈwæɡən/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wagon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (horse-drawn vehicle)κάρο ουσ ουδ
 They loaded all their possessions onto a wagon and left.
 Φόρτωσαν όλα τους τα υπάρχοντα σε ένα κάρο και έφυγαν.
wagon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (child's toy vehicle)καρότσι ουσ ουδ
 The children took turns pulling each other in a wagon.
wagon,
station wagon
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal (station wagon)στέισον βάγκον φρ ως ουσ ουδ άκλ
 We don't need a wagon now that the children are grown.
 Δε χρειαζόμαστε το οικογενειακό αυτοκίνητο τώρα που μεγάλωσαν τα παιδιά.
wagon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (freight carriage)βαγόνι ουσ ουδ
 The wagons were stopped on the tracks, blocking traffic.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
meat wagon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (ambulance)ασθενοφόρο ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
wagon train nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (caravan or convoy of wagons)καραβάνι ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wagon' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wagon στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wagon'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης