wagon

 /ˈwægən/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
wagon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (horse-drawn vehicle) (ξεπερασμένο)κάρο ουσ ουδ
 They loaded all their possessions onto a wagon and left.
 Φόρτωσαν όλα τους τα υπάρχοντα σε ένα κάρο και έφυγαν.
wagon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (child's toy vehicle) (παιχνίδι)τρενάκι ουσ.ουδ.
 The children took turns pulling each other in a wagon.
wagon,
station wagon
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal (station wagon)οικογενειακό αυτοκίνητο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)στέσιον-βάγκον ουσ.ουδ.άκλ.
 We don't need a wagon now that the children are grown.
 Δε χρειαζόμαστε το οικογενειακό αυτοκίνητο τώρα που μεγάλωσαν τα παιδιά.
wagon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (freight carriage) (ΗΒ)βαγόνι ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Σύνθετοι τύποι:
station wagon nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (estate car)οικογενειακό αυτοκίνητο ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wagon' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wagon στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wagon'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσεχικά | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης