wake-up


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
wake-up call nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (phone call to wake [sb])τηλεφώνημα για να ξυπνήσει κάποιον περίφρ
  (επίσημο)τηλεφώνημα αφύπνισης φρ ως ουσ ουδ
 Matthew asked the hotel to send a wake-up call to his room in the morning.
wake-up call nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (warning)προειδοποίηση ουσ θηλ
  (μεταφορικά)καμπανάκι ουσ ουδ
 It was a real wake-up call when she realized her daughter was gone.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wake-up' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wake-up στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wake-up'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Dutch | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: funny | dent

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.