wallet

Listen:
 /ˈwɒlɪt/


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wallet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (holder for paper money)πορτοφόλι ουσ ουδ
 Henry took a £10 note out of his wallet.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
wallet,
ladies' wallet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(ladies' purse)πορτοφόλι ουσ ουδ
  (λίγο μεγαλύτερο)τσαντάκι ουσ ουδ
 Rachel took out her wallet to pay the bill.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
share of wallet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commerce: percentage of customer's total purchases made from one business)μερίδιο αγοραστικής δύναμης του πελάτη περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wallet' found in these entries
In the English description:
Collocations: a [leather, bifold, trifold, worn-out] wallet, a wallet with [chain, flips, compartments, zippers], [pulled, took] his wallet out of his [jacket, pocket], more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wallet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wallet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.