wallet

SpeakerListen:
USUKUK-RP
 /ˈwɒlɪt/

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
wallet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (holder for paper money)πορτοφόλι ουσ.ουδ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
wallet,
ladies' wallet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(ladies' purse)πορτοφόλι ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wallet' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wallet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wallet'.

In other languages: Spanish | French | Italian | Portuguese | German | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης