wallet

Listen:
 /ˈwɒlɪt/

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wallet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (holder for paper money)πορτοφόλι ουσ ουδ
 Henry took a £10 note out of his wallet.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
wallet,
ladies' wallet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(ladies' purse)πορτοφόλι ουσ ουδ
  (λίγο μεγαλύτερο)τσαντάκι ουσ ουδ
 Rachel took out her wallet to pay the bill.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
share of wallet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commerce: percentage of customer's total purchases made from one business)μερίδιο αγοραστικής δύναμης του πελάτη περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
'wallet' found in these entries
In the English description:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wallet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wallet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Γερμανικά | Σουηδικά | Dutch | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης